σύστυλος

-η, -ο / σύστυλος, -ον, ΝΑ
πυκνόστυλος
νεοελλ.
αρχαιολ. α) (για κτίσμα) αυτός τού οποίου το μεταξύ δύο διαδοχικών κιόνων διάστημα ήταν διπλάσιο τού πλάτους τού τριγλύφου, προκειμένου για τον δωρικό ρυθμό, ή διπλάσιο τής κατώτατης διαμέτρου τού κίονα, προκειμένου για τον ιωνικό ρυθμό
β) φρ. «σύστυλος ναός» — ναός τού οποίου το διαστύλιο είναι ίσο με το πάχος δύο διαμέτρων τού στύλου (Βιτρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν-* + -στυλος (< στῦλος), πρβλ. περί-στυλος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Araeosystyle — (Gr. αραιος, widely spaced , and συστυλος, with columns set close together ), an architectural term applied to a colonnade, in which the intercolumniation is alternately wide and narrow, as in the case of the western porch of St Paul s Cathedral… …   Wikipedia

  • sístilo — ► adjetivo ARQUITECTURA Se aplica al edificio que tiene un espacio entre dos columnas de cuatro módulos de claro. * * * sístilo (del lat. «systӯlos», del gr. «sýstylos», de «sýn», con, y «stýlos», columna) adj. Arq. Se aplica al monumento clásico …   Enciclopedia Universal

  • στύλος — Πεδινός οικισμός (296 κάτ., υψόμ. 40 μ.), στην επαρχία Αποκορώνου του νομού Χανίων. Είναι έδρα της ομώνυμης κοινότητας (11 τ. χλμ., 448 κάτ.), στην οποία ανήκουν και άλλοι τρεις μικρότεροι οικισμοί, το Πρόβαρμα (72 κάτ., υψόμ. 100 μ.), ο Σαμωνάς… …   Dictionary of Greek

  • sístilo — (Del lat. systy̆los, y este del gr. σύστυλος, de σύν, y στύλος, columna). adj. Arq. Dicho de un edificio o de un monumento: Cuyos intercolumnios tienen cuatro módulos de claro …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.